bombed
bombed
bɒmd
bomd
bobbed

Ορισμός και σημασία του "bombed"στα αγγλικά

01

μεθυσμένος τελείως, μπουχτισμένος

extremely drunk or heavily intoxicated 
χιουμοριστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bombed
συγκριτικός βαθμός
more bombed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He got totally bombed at the party and couldn't even remember the drive home. 

Μεθύσει τελείως στο πάρτι και δεν θυμόταν καν το γυρισμό σπίτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store