Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bombed
01
μεθυσμένος τελείως, μπουχτισμένος
extremely drunk or heavily intoxicated
χιουμοριστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bombed
συγκριτικός βαθμός
more bombed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He got totally bombed at the party and couldn't even remember the drive home.
Μεθύσει τελείως στο πάρτι και δεν θυμόταν καν το γυρισμό σπίτι.
Λεξικό Δέντρο
bombed
bomb



























