Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pooper scooper
01
συσκευή συλλογής κοπράνων, φτυάρι για κόπρανα
a tool or device used for picking up animal waste, particularly from dogs, in outdoor areas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pooper scoopers
Παραδείγματα
Don’t forget the pooper scooper when you take the dog for a walk.
Μην ξεχάσετε το συσκευή συλλογής κοπράνων όταν πάτε τον σκύλο βόλτα.
02
συλλέκτης περιττωμάτων, καθαριστής κυνικών ακαθαρσιών
a person who is responsible for cleaning up animal waste, particularly from dogs
πολιτισμικά ευαίσθητο
ανεπίσημο
εξειδικευμένο
Παραδείγματα
He became the pooper scooper for the neighborhood dogs after the old guy retired.
Έγινε ο συλλέκτης περιττωμάτων για τα σκυλιά της γειτονιάς αφού ο ηλικιωμένος συνταξιοδοτήθηκε.



























