Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
party-hearty
01
παρτάκιας, ενθουσιώδης
used to describe someone who is energetic, enthusiastic, and excessive in their approach to partying or celebrating
χιουμοριστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most party-hearty
συγκριτικός βαθμός
more party-hearty
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She’s always the life of the party, totally party-hearty and ready to dance all night.
Είναι πάντα η ψυχή του πάρτι, εντελώς παρτακιά και έτοιμη να χορέψει όλη τη νύχτα.



























