Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
off base
01
εκτός θέματος, λανθασμένος
used to describe someone or something that is incorrect, mistaken, or not in line with the facts or the situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most off base
συγκριτικός βαθμός
more off base
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His assumptions about the project were completely off base.
Οι υποθέσεις του για το έργο ήταν εντελώς εκτός βάσης.



























