Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Meow-meow
01
νιαου-νιαου, γατάκι-γατάκι
used to refer to a cat in a playful or childlike manner, often used by young children
everyday expression
humorous
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
meow-meows
Παραδείγματα
He cuddled his fluffy meow-meow before bedtime.
Αγκαλιάστηκε το αφράτο νιαου-νιαου του πριν τον ύπνο.



























