Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Doo-doo
01
κακά, πουπου
used to refer to feces or excrement, often used in a playful or childish manner
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
doo-doos
Παραδείγματα
The toddler said he needed to go to the bathroom because he had to do doo-doo.
Το νήπιο είπε ότι έπρεπε να πάει στο μπάνιο γιατί έπρεπε να κάνει κακά.



























