binkie
bin
ˈbɪn
bin
kie
ki
ki
slinkypinkiestinkydinkey

Ορισμός και σημασία του "binkie"στα αγγλικά

01

πσιούτσι, γουγουζάκι

used to refer to a pacifier, especially a small, soft object given to infants to suck on for comfort 
ανεπίσημο
εξειδικευμένο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
binkies
Παραδείγματα
The baby wouldn’t stop crying until she got her binkie. 

Το μωρό δεν σταμάτησε να κλαίει μέχρι να πάρει το πουμπίκι του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store