Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
naughty naughty
01
Ατακτος ατακτος, Παιχνιδιάρης παιχνιδιάρης
used to reprimand children in a playful or mild way
Παραδείγματα
Naughty naughty, you know you’re not supposed to take cookies before dinner.
Ατακτακί ατακτακί, ξέρεις ότι δεν πρέπει να παίρνεις μπισκότα πριν το δείπνο.



























