Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
naughty naughty
01
Ατακτος ατακτος, Παιχνιδιάρης παιχνιδιάρης
used to reprimand children in a playful or mild way
Παραδείγματα
The toddler giggled when his mom said, naughty naughty, and tickled him.
Το νήπιο γέλασε όταν η μαμά του είπε, κακό κακό, και τον γαργάλησε.



























