old town
old
əʊld
εουλντ
town
taʊn
ταουν

Ορισμός και σημασία του "old town"στα αγγλικά

01

παλιά πόλη, ιστορικό κέντρο

the historic part of a city, often characterized by old buildings, narrow streets, and cultural landmarks 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
old towns
Παραδείγματα
Many cafes and shops are located in the old town. 

Πολλά καφέ και καταστήματα βρίσκονται στην παλιά πόλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store