checked baggage
checked
ʧɛkt
chekt
bag
bæg
bāg
gage
geɪʤ
geij
checked luggage

Ορισμός και σημασία του "checked baggage"στα αγγλικά

Checked baggage
01

καταγεγραμμένη αποσκευή, αποσκευή που παραδόθηκε

the luggage that is handed over to the airline for transport in the cargo hold of the plane, rather than carried into the cabin by the passenger 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
checked baggages
Παραδείγματα
She paid an extra fee for her oversized checked baggage. 

Πλήρωσε ένα επιπλέον τέλος για τη δεμένη αποσκευή της μεγάλου μεγέθους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store