Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nonperishable
01
μη φθαρτός, ανθεκτικός
(of food) resistant to spoilage or decay and able to be stored safely for long periods
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nonperishable
συγκριτικός βαθμός
more nonperishable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
food, preservation, safety
Παραδείγματα
They stocked up on nonperishable food items like canned beans and rice.
Αποθήκευσαν μη φθαρτά είδη τροφίμων όπως κονσέρβες φασολιών και ρύζι.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
nonperishable
perishable
perish



























