Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nonperishable
01
μη φθαρτός, ανθεκτικός
(of food) resistant to spoilage or decay and able to be stored safely for long periods
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nonperishable
συγκριτικός βαθμός
more nonperishable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Non-perishable items can be shipped without worrying about spoilage.
Τα μη φθαρτά αντικείμενα μπορούν να αποσταλούν χωρίς ανησυχία για φθορά.
Λεξικό Δέντρο
nonperishable
perishable
perish



























