girly
Pronunciation
/ɡˈɜːli/
girlie

Ορισμός και σημασία του "girly"στα αγγλικά

01

κοριτσίστικος, θηλυπρεπής

showing qualities or styles traditionally associated with girls, like softness, sweetness, or brightness
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
girliest
συγκριτικός βαθμός
girlier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The notebook cover, with glitter and unicorns, looked girlie and fun.
Το εξώφυλλο του σημειωματάριου, με γκλίτερ και μονόκερους, φαινόταν κοριτσίστικο και διασκεδαστικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store