Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
girly
01
κοριτσίστικος, θηλυπρεπής
showing qualities or styles traditionally associated with girls, like softness, sweetness, or brightness
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
girliest
συγκριτικός βαθμός
girlier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
style, gender, appearance
Παραδείγματα
She wore a girly dress with lace and ribbons for the party.
Φόρεσε ένα κοριτσίστικο φόρεμα με δαντέλα και κορδέλες για το πάρτι.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
girly
girl



























