Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
girly
01
κοριτσίστικος, θηλυπρεπής
showing qualities or styles traditionally associated with girls, like softness, sweetness, or brightness
Παραδείγματα
The notebook cover, with glitter and unicorns, looked girlie and fun.
Το εξώφυλλο του σημειωματάριου, με γκλίτερ και μονόκερους, φαινόταν κοριτσίστικο και διασκεδαστικό.
Λεξικό Δέντρο
girly
girl



























