thingy
Pronunciation
/ˈθɪŋi/

Ορισμός και σημασία του "thingy"στα αγγλικά

01

πράγμα, μαραφέτι

a term used to refer to an object, device, or person whose name is forgotten, unknown, or not important at the moment
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thingies
Παραδείγματα
I need the thingy that connects the laptop to the projector.
Χρειάζομαι το πράγμα που συνδέει το laptop με τον προβολέα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store