Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stumbling
01
παραπατών, διστακτικός
faltering or struggling to progress steadily, often due to difficulty, uncertainty, or obstacle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stumbling
συγκριτικός βαθμός
more stumbling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
progress, difficulty, performance
Παραδείγματα
His stumbling career reflected years of setbacks and missed opportunities.
Η παραπαίουσα καριέρα του αντικατόπτριζε χρόνια αναποδιών και χαμένων ευκαιριών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
stumbling
stumble



























