stumbling
stumb
ˈstʌmb
stamb
ling
lɪng
ling
stumpingstabling

Ορισμός και σημασία του "stumbling"στα αγγλικά

01

παραπατών, διστακτικός

faltering or struggling to progress steadily, often due to difficulty, uncertainty, or obstacle 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stumbling
συγκριτικός βαθμός
more stumbling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
progress, difficulty, performance
Παραδείγματα
His stumbling career reflected years of setbacks and missed opportunities. 

Η παραπαίουσα καριέρα του αντικατόπτριζε χρόνια αναποδιών και χαμένων ευκαιριών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

stumbling
stumble
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store