handsfree
hands
ˈhændz
hāndz
free
ˌfri:
fri
hands-free

Ορισμός και σημασία του "handsfree"στα αγγλικά

01

χωρίς χέρια, ελεύθερα χέρια

allowing operation without using hands, often via voice commands or automated systems 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most handsfree
συγκριτικός βαθμός
more handsfree
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She used a handsfree device to answer calls while driving. 

Χρησιμοποίησε μια συσκευή χωρίς χέρια για να απαντήσει σε κλήσεις ενώ οδηγούσε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store