Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
handsfree
01
χωρίς χέρια, ελεύθερα χέρια
allowing operation without using hands, often via voice commands or automated systems
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most handsfree
συγκριτικός βαθμός
more handsfree
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She used a handsfree device to answer calls while driving.
Χρησιμοποίησε μια συσκευή χωρίς χέρια για να απαντήσει σε κλήσεις ενώ οδηγούσε.



























