Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pubship
/pˈʌblɪkpɹˈaɪvət pˈɑːtnəʃˌɪp/
Public-private partnership
01
δημόσια-ιδιωτική συνεργασία, σύμπραξη δημόσιου-ιδιωτικού τομέα
a project where the government and private companies work together to provide services or build infrastructure
Παραδείγματα
The new highway was built through a public-private partnership.
Ο νέος αυτοκινητόδρομος κατασκευάστηκε μέσω μιας δημόσιας-ιδιωτικής συνεργασίας.
Public-private partnerships help fund big projects like schools and hospitals.
Οι δημόσιες-ιδιωτικές συνεργασίες βοηθούν στη χρηματοδότηση μεγάλων έργων όπως σχολεία και νοσοκομεία.



























