to bung up
bung
bʌng
bang
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "bung up"στα αγγλικά

to bung up
01

φράσσω, εμποδίζω

to block or clog something, preventing the movement of liquid, air, or other substances 
Dialectbritish flagBritish
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
bung
ενεστώτας
bung up
γ΄ ενικό πρόσωπο
bungs up
ενεστώτα μετοχή
bunging up
απλός αόριστος
bunged up
παθητική μετοχή
bunged up
Παραδείγματα
The drain was bunged up with leaves after the storm. 

Ο αποχετευτικός σωλήνας ήταν φραγμένος με φύλλα μετά τη θύελλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store