Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bung up
01
φράσσω, εμποδίζω
to block or clog something, preventing the movement of liquid, air, or other substances
Dialect
British
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
bung
ενεστώτας
bung up
γ΄ ενικό πρόσωπο
bungs up
ενεστώτα μετοχή
bunging up
απλός αόριστος
bunged up
παθητική μετοχή
bunged up
Παραδείγματα
The pipe was bunged up, causing water to back up into the sink.
Ο σωλήνας ήταν φραγμένος, κάτι που προκάλεσε το νερό να επιστρέψει στο νεροχύτη.



























