Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cash-strapped
01
με έλλειψη μετρητών, σε οικονομικές δυσκολίες
having very little money, often struggling to cover expenses or make payments
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cash-strapped
συγκριτικός βαθμός
more cash-strapped
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
finance, economics, situation
Παραδείγματα
The program provides loans to cash-strapped businesses during crises.
Το πρόγραμμα παρέχει δάνεια σε επιχειρήσεις με οικονομικές δυσκολίες κατά τη διάρκεια κρίσεων.
LanGeek



























