Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to trace back
01
ανιχνεύω, ανατρέχω
to identify the origin or source of something by following its history or development
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
back
βασικό ρήμα
trace
ενεστώτας
trace back
γ΄ ενικό πρόσωπο
traces back
ενεστώτα μετοχή
tracing back
απλός αόριστος
traced back
παθητική μετοχή
traced back
Παραδείγματα
His family can trace back their ancestry to the 17th century.
Η οικογένειά του μπορεί να ανιχνεύσει την καταγωγή της έως τον 17ο αιώνα.



























