Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to trace back
01
ανιχνεύω, ανατρέχω
to identify the origin or source of something by following its history or development
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
back
βασικό ρήμα
trace
ενεστώτας
trace back
γ΄ ενικό πρόσωπο
traces back
ενεστώτα μετοχή
tracing back
απλός αόριστος
traced back
παθητική μετοχή
traced back
Παραδείγματα
She traced back the painting ’s history to confirm its authenticity.
Ανίχνευσε την ιστορία της ζωγραφικής για να επιβεβαιώσει την αυθεντικότητά της.



























