capital asset
ca
ˈkæ
pital
pɪtl
pitl
a
æ
ā
sset
sɛt
set

Ορισμός και σημασία του "capital asset"στα αγγλικά

01

κεφαλαιακό περιουσιακό στοιχείο, πάγιο περιουσιακό στοιχείο

a long-term asset owned by a business or individual, typically used to generate income or value 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
capital assets
Παραδείγματα
The company purchased a new building as a capital asset for future growth. 

Η εταιρεία αγόρασε ένα νέο κτίριο ως κεφαλαιουχικό στοιχείο για μελλοντική ανάπτυξη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store