to underwork
un
ˌʌn
αν
der
də
ντα
work
ˈwɜ:k
ουερκ

Ορισμός και σημασία του "underwork"στα αγγλικά

to underwork
01

εργάζομαι κάτω από τις δυνατότητές μου, δεν καταβάλλω την απαιτούμενη προσπάθεια

to perform tasks with less effort than necessary 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
underwork
γ΄ ενικό πρόσωπο
underworks
ενεστώτα μετοχή
underworking
απλός αόριστος
underworked
παθητική μετοχή
underworked
Παραδείγματα
He tends to underwork when the tasks are not challenging enough for him. 

Τείνει να εργάζεται λιγότερο όταν οι εργασίες δεν είναι αρκετά προκλητικές για αυτόν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

underwork
work
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store