Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to underwork
01
εργάζομαι κάτω από τις δυνατότητές μου, δεν καταβάλλω την απαιτούμενη προσπάθεια
to perform tasks with less effort than necessary
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
underwork
γ΄ ενικό πρόσωπο
underworks
ενεστώτα μετοχή
underworking
απλός αόριστος
underworked
παθητική μετοχή
underworked
Παραδείγματα
He tends to underwork when the tasks are not challenging enough for him.
Τείνει να εργάζεται λιγότερο όταν οι εργασίες δεν είναι αρκετά προκλητικές για αυτόν.
Λεξικό Δέντρο
underwork
work



























