Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to underwork
01
εργάζομαι κάτω από τις δυνατότητές μου, δεν καταβάλλω την απαιτούμενη προσπάθεια
to perform tasks with less effort than necessary
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
underwork
γ΄ ενικό πρόσωπο
underworks
ενεστώτα μετοχή
underworking
απλός αόριστος
underworked
παθητική μετοχή
underworked
Παραδείγματα
To underwork in a team environment can create resentment among your colleagues.
Η υποεργασία σε ένα ομαδικό περιβάλλον μπορεί να δημιουργήσει δυσαρέσκεια μεταξύ των συναδέλφων σας.
Λεξικό Δέντρο
underwork
work



























