ginger-haired
gin
ʤɪn
τζιν
ger
ʤə
τζα
haired
hɛəd
χεαντ

Ορισμός και σημασία του "ginger-haired"στα αγγλικά

ginger-haired
01

ξανθός, με κοκκινωπά ή πορτοκαλοκάστανα μαλλιά

having hair that is reddish or orange-brown in color 
ginger-haired definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ginger-haired
συγκριτικός βαθμός
more ginger-haired
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, hair, people
Παραδείγματα
The ginger-haired girl stood out in the crowd. 

Το κορίτσι με τα κόκκινα μαλλιά ξεχώριζε στο πλήθος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store