to reoffend
re
ˌri:
ri
off
ˈɒf
of
end
ɛnd
end
dead-endmisspendunfriendbefriend

Ορισμός και σημασία του "reoffend"στα αγγλικά

to reoffend
01

επαναλαμβάνω το αδίκημα, διαπράττω ξανά έγκλημα

to commit a crime or wrongdoing again after previously being punished or warned 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reoffend
γ΄ ενικό πρόσωπο
reoffends
ενεστώτα μετοχή
reoffending
απλός αόριστος
reoffended
παθητική μετοχή
reoffended
Παραδείγματα
He promised not to reoffend, but he did. 

Υποσχέθηκε να μην επαναλάβει το αδίκημα, αλλά το έκανε.

Λεξικό Δέντρο

reoffend
offend
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store