Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to reoffend
01
επαναλαμβάνω το αδίκημα, διαπράττω ξανά έγκλημα
to commit a crime or wrongdoing again after previously being punished or warned
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
reoffend
γ΄ ενικό πρόσωπο
reoffends
ενεστώτα μετοχή
reoffending
απλός αόριστος
reoffended
παθητική μετοχή
reoffended
Παραδείγματα
He reoffended shortly after finishing his sentence.
Έκανε επαναλαμβανόμενη παράβαση λίγο μετά την ολοκλήρωση της ποινής του.
Λεξικό Δέντρο
reoffend
offend



























