Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Brasserie
01
μπρασερί
an inexpensive French restaurant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brasseries
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
μπρασερί