first course
first
fɜ:st
fēst
course
kɔ:s
kaws

Ορισμός και σημασία του "first course"στα αγγλικά

01

ορεκτικό

the first dish served in a meal, typically lighter food meant to start the dining experience, such as a soup or salad 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
first courses
Παραδείγματα
The first course was a refreshing tomato soup. 

Το πρώτο πιάτο ήταν μια δροσιστική σούπα ντομάτας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store