custardy
cus
ˈkʌs
kas
tar
dy
di
di

Ορισμός και σημασία του "custardy"στα αγγλικά

01

κρεμώδης, απαλός

having a creamy, smooth texture or flavor similar to custard 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most custardy
συγκριτικός βαθμός
more custardy
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
texture, food, flavor
Παραδείγματα
The pie had a custardy texture that was rich and smooth. 

Η πίτα είχε μια κρεμώδη υφή που ήταν πλούσια και λεία.

02

με κρέμα, κρεμώδης

containing custard as an ingredient 
Παραδείγματα
The pie had a custardy filling that oozed out with each bite. 

Η πίτα είχε μια κρεμώδη γέμιση που έτρεχε με κάθε δάγκωμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

custardy
custard
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store