Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sprinkle in
01
πασπαλίζω, ραίνω
to add small amounts of an ingredient to a mixture or dish
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
sprinkle
ενεστώτας
sprinkle in
γ΄ ενικό πρόσωπο
sprinkles in
ενεστώτα μετοχή
sprinkling in
απλός αόριστος
sprinkled in
παθητική μετοχή
sprinkled in
Παραδείγματα
He sprinkled some herbs in the sauce for added flavor.
Πάσπαλισε μερικά βότανα στη σάλτσα για επιπλέον γεύση.
02
προσθέτω, πασπαλίζω
to add a few extra details or elements to something to improve or enhance it
Παραδείγματα
He sprinkled in a few jokes to lighten the mood during the presentation.
Παρέσπειρε μερικά αστεία για να χαλαρώσει την ατμόσφαιρα κατά την παρουσίαση.



























