Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lie back
01
ξαπλώνω, αναπαύομαι
to move from a sitting position to a flat or nearly flat position on the back
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
lie
ενεστώτας
lie back
γ΄ ενικό πρόσωπο
lies back
ενεστώτα μετοχή
lying back
απλός αόριστος
lay back
παθητική μετοχή
lain back
Παραδείγματα
She lay back on the recliner and enjoyed the afternoon sun.
Αυτή ξάπλωσε στην ξαπλώστρα και απολάμβανε τον απογευματινό ήλιο.
1.1
ξαπλώνω, τοποθετώ σε οριζόντια θέση
to help or move someone from a sitting position to a flat or nearly flat position on their back
Παραδείγματα
The nurse gently lied him back on the examination table for the procedure.
Η νοσοκόμα τον ξάπλωσε απαλά στο τραπέζι εξέτασης για την επέμβαση.
02
χαλαρώνω, ξεκουράζομαι
to reduce effort or stress and become more relaxed
Παραδείγματα
She is lying back and taking it easy after a busy day.
Αυτή χαλαρώνει και το παίρνει χαλαρά μετά από μια απασχολημένη μέρα.



























