Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lie back
01
ξαπλώνω, αναπαύομαι
to move from a sitting position to a flat or nearly flat position on the back
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
lie
ενεστώτας
lie back
γ΄ ενικό πρόσωπο
lies back
ενεστώτα μετοχή
lying back
απλός αόριστος
lay back
παθητική μετοχή
lain back
Παραδείγματα
After the long flight, he decided to lie back on the sofa to rest.
Μετά από τη μακρά πτήση, αποφάσισε να ξαπλώσει στον καναπέ για να ξεκουραστεί.
1.1
ξαπλώνω, τοποθετώ σε οριζόντια θέση
to help or move someone from a sitting position to a flat or nearly flat position on their back
Παραδείγματα
The nurse is lying the patient back for a check-up.
Η νοσοκόμα ξαπλώνει τον ασθενή για έναν έλεγχο.
02
χαλαρώνω, ξεκουράζομαι
to reduce effort or stress and become more relaxed
Παραδείγματα
After a hectic week at work, he decided to lie back and take it easy over the weekend.
Μετά από μια πολυάσχολη εβδομάδα στη δουλειά, αποφάσισε να χαλαρώσει και να περάσει το σαββατοκύριακο ήρεμα.



























