deep voice
Pronunciation
/dˈiːp vˈɔɪs/

Ορισμός και σημασία του "deep voice"στα αγγλικά

01

βαθιά φωνή, χαμηλή φωνή

a voice with a low pitch that sounds rich and powerful
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deep voices
Παραδείγματα
A deep voice can be calming and soothing during meditation sessions.
Μια βαθιά φωνή μπορεί να είναι χαλαρωτική και καθησυχαστική κατά τη διάρκεια συνεδριών διαλογισμού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store