deep voice
deep
di:p
dip
voice
vɔɪs
voys

Ορισμός και σημασία του "deep voice"στα αγγλικά

01

βαθιά φωνή, χαμηλή φωνή

a voice with a low pitch that sounds rich and powerful 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deep voices
Παραδείγματα
He has a deep voice that makes him sound authoritative. 

Έχει μια βαθιά φωνή που τον κάνει να ακούγεται αυταρχικός.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store