Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to break out in
[phrase form: break]
01
ξεσπώ σε, εμφανίζω ξαφνικά δερματική αντίδραση
to suddenly develop a skin condition or reaction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out in
βασικό ρήμα
break
ενεστώτας
break out in
γ΄ ενικό πρόσωπο
breaks out in
ενεστώτα μετοχή
breaking out in
απλός αόριστος
broke out in
παθητική μετοχή
broken out in
Παραδείγματα
He broke out in acne during his teenage years.
Έσπασε σε ακμή κατά τα εφηβικά του χρόνια.



























