Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to break out in
01
ξεσπώ σε, εμφανίζω ξαφνικά δερματική αντίδραση
to suddenly develop a skin condition or reaction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out in
βασικό ρήμα
break
ενεστώτας
break out in
γ΄ ενικό πρόσωπο
breaks out in
ενεστώτα μετοχή
breaking out in
απλός αόριστος
broke out in
παθητική μετοχή
broken out in
Παραδείγματα
He broke out in a rash after eating the seafood.
Έσπασε σε εξάνθημα μετά από την κατανάλωση θαλασσινών.



























