to break out in
break
breɪk
breik
out
aʊt
awt
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "break out in"στα αγγλικά

to break out in
01

ξεσπώ σε, εμφανίζω ξαφνικά δερματική αντίδραση

to suddenly develop a skin condition or reaction 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out in
βασικό ρήμα
break
ενεστώτας
break out in
γ΄ ενικό πρόσωπο
breaks out in
ενεστώτα μετοχή
breaking out in
απλός αόριστος
broke out in
παθητική μετοχή
broken out in
Παραδείγματα
He broke out in a rash after eating the seafood. 

Έσπασε σε εξάνθημα μετά από την κατανάλωση θαλασσινών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store