to plan ahead
plan
plæn
plān
a
ə
ē
head
ˈhɛd
hed

Ορισμός και σημασία του "plan ahead"στα αγγλικά

to plan ahead
01

σχεδιάζω εκ των προτέρων, προβλέπω

to make arrangements or preparations for something well in advance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ahead
βασικό ρήμα
plan
ενεστώτας
plan ahead
γ΄ ενικό πρόσωπο
plans ahead
ενεστώτα μετοχή
planning ahead
απλός αόριστος
planned ahead
παθητική μετοχή
planned ahead
Παραδείγματα
She always plans ahead to avoid last-minute stress. 

Πάντα σχεδιάζει εκ των προτέρων για να αποφύγει το άγχος της τελευταίας στιγμής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store