to plan ahead
Pronunciation
/plˈæn ɐhˈɛd/

Ορισμός και σημασία του "plan ahead"στα αγγλικά

to plan ahead
[phrase form: plan]
01

σχεδιάζω εκ των προτέρων, προβλέπω

to make arrangements or preparations for something well in advance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ahead
βασικό ρήμα
plan
ενεστώτας
plan ahead
γ΄ ενικό πρόσωπο
plans ahead
ενεστώτα μετοχή
planning ahead
απλός αόριστος
planned ahead
παθητική μετοχή
planned ahead
Παραδείγματα
Planning ahead can save you a lot of trouble later on.
Ο προγραμματισμός εκ των προτέρων μπορεί να σας γλιτώσει από πολλά προβλήματα στο μέλλον.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store