Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jump out at
[phrase form: jump]
01
πηδώ στα μάτια, τραβώ την προσοχή
to be immediately noticeable or strikingly obvious
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out at
βασικό ρήμα
jump
ενεστώτας
jump out at
γ΄ ενικό πρόσωπο
jumps out at
ενεστώτα μετοχή
jumping out at
απλός αόριστος
jumped out at
παθητική μετοχή
jumped out at
Παραδείγματα
The red sports car really jumped out among the sea of ordinary vehicles.
Το κόκκινο σπορ αυτοκίνητο πραγματικά ξεχώριζε ανάμεσα στη θάλασσα των συνηθισμένων οχημάτων.



























