Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lean over backwards
01
κάνω τα αδύνατα δυνατά, προσπαθώ απεγνωσμένα
to try very hard to do something, often to the point of inconvenience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over backwards
βασικό ρήμα
lean
ενεστώτας
lean over backwards
γ΄ ενικό πρόσωπο
leans over backwards
ενεστώτα μετοχή
leaning over backwards
απλός αόριστος
leaned over backwards
παθητική μετοχή
leaned over backwards
Παραδείγματα
She leaned over backward to make sure everyone was comfortable at the party.
Προσπάθησε πολύ να βεβαιωθεί ότι όλοι ήταν άνετα στο πάρτι.
LanGeek



























