Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dumb up
[phrase form: dumb]
01
ομορφαίνω, διακοσμώ
to make something appear more sophisticated by adding unnecessary content
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
dumb
ενεστώτας
dumb up
γ΄ ενικό πρόσωπο
dumbs up
ενεστώτα μετοχή
dumbing up
απλός αόριστος
dumbed up
παθητική μετοχή
dumbed up
Παραδείγματα
The speech was dumbed up with literary references to sound more profound.
Η ομιλία διακοσμήθηκε με λογοτεχνικές αναφορές για να ακούγεται πιο βαθιά.



























