Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dumb up
01
ομορφαίνω, διακοσμώ
to make something appear more sophisticated by adding unnecessary content
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
dumb
ενεστώτας
dumb up
γ΄ ενικό πρόσωπο
dumbs up
ενεστώτα μετοχή
dumbing up
απλός αόριστος
dumbed up
παθητική μετοχή
dumbed up
Παραδείγματα
She tried to dumb up her presentation by adding complex jargon.
Προσπάθησε να καλλωπίσει την παρουσίασή της προσθέτοντας πολύπλοκη ορολογία.



























