Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to inform against
01
καταδίδω
to give information about someone’s secret or criminal activities to the authorities, usually secretly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
against
βασικό ρήμα
inform
ενεστώτας
inform against
γ΄ ενικό πρόσωπο
informs against
ενεστώτα μετοχή
informing against
απλός αόριστος
informed against
παθητική μετοχή
informed against
Παραδείγματα
He refused to inform against his friends, despite the pressure from the police.
Αρνήθηκε να καταδώσει τους φίλους του, παρά την πίεση από την αστυνομία.



























