Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to treat to
01
κέρω, φιλοξενώ
to provide someone with something special, often as a gesture of kindness or generosity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
to
βασικό ρήμα
treat
ενεστώτας
treat to
γ΄ ενικό πρόσωπο
treats to
ενεστώτα μετοχή
treating to
απλός αόριστος
treated to
παθητική μετοχή
treated to
Παραδείγματα
She treated her friends to a fancy dinner at the new restaurant.
Αυτή κέρασε τους φίλους της σε ένα πολυτελές δείπνο στο νέο εστιατόριο.



























