Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to treat to
01
κέρω, φιλοξενώ
to provide someone with something special, often as a gesture of kindness or generosity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
to
βασικό ρήμα
treat
ενεστώτας
treat to
γ΄ ενικό πρόσωπο
treats to
ενεστώτα μετοχή
treating to
απλός αόριστος
treated to
παθητική μετοχή
treated to
Παραδείγματα
He treated his colleagues to coffee and pastries in the morning.
Φιλοξένησε τους συναδέλφους του με καφέ και γλυκά το πρωί.



























