to short out
short
ʃɔ:t
shawt
out
aʊt
awt
shortcut

Ορισμός και σημασία του "short out"στα αγγλικά

to short out
01

προκαλώ βραχυκύκλωμα, εξοντώνω

to cause an electrical circuit to fail by creating a short circuit 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
short
ενεστώτας
short out
γ΄ ενικό πρόσωπο
shorts out
ενεστώτα μετοχή
shorting out
απλός αόριστος
shorted out
παθητική μετοχή
shorted out
Παραδείγματα
The old wiring caused the lights to short out during the storm. 

Η παλιά καλωδίωση προκάλεσε τα φώτα να βραχυκυκλώσουν κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store