Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to short out
[phrase form: short]
01
προκαλώ βραχυκύκλωμα, εξοντώνω
to cause an electrical circuit to fail by creating a short circuit
Παραδείγματα
The fuse blew when the circuit shorted out unexpectedly.
Η ασφάλεια έκαψε όταν το κύκλωμα βραχυκυκλώθηκε απροσδόκητα.



























