balise
Pronunciation
/bəˈliːz/

Ορισμός και σημασία του "balise"στα αγγλικά

01

σήμα, δείκτης

a small object placed beside a road or railway to mark a specific point or give information
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
balises
Παραδείγματα
A yellow balise was placed near the bridge to alert drivers to slow down.
Ένας κίτρινος balise τοποθετήθηκε κοντά στη γέφυρα για να ειδοποιήσει τους οδηγούς να επιβραδύνουν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store