open wagon
o
ˈəʊ
ew
pen
pən
pēn
wa
gon
gən
gēn

Ορισμός και σημασία του "open wagon"στα αγγλικά

01

ανοιχτό βαγόνι, βαγόνι χωρίς στέγη

a type of railcar without a roof or sides, used for transporting goods or materials on railways 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
open wagons
Παραδείγματα
The open wagon carried coal from the mines to the nearby factories. 

Το ανοιχτό βαγόνι μετέφερε κάρβουνο από τα ορυχεία στα κοντινά εργοστάσια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store