backroad
Pronunciation
/bˈækɹoʊd/

Ορισμός και σημασία του "backroad"στα αγγλικά

01

αγροτικός δρόμος, δευτερεύων δρόμος

a small, often rural road that is less traveled and not as well maintained as main roads
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
backroads
Παραδείγματα
The old farmhouse was only accessible by a long backroad through the fields.
Το παλιό αγροκτήμα ήταν προσβάσιμο μόνο από έναν μακρύ παραχωματικό δρόμο μέσα από τα χωράφια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store