Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pedestrianize
01
πεζοδρομώ, μετατρέπω σε περιοχή μόνο για πεζούς
to convert an area into one where only pedestrians are allowed, typically by closing it to vehicles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pedestrianize
γ΄ ενικό πρόσωπο
pedestrianizes
ενεστώτα μετοχή
pedestrianizing
απλός αόριστος
pedestrianized
παθητική μετοχή
pedestrianized
Παραδείγματα
Many cities around the world have pedestrianized their downtown areas to reduce traffic congestion and promote walking.
Πολλές πόλεις σε όλο τον κόσμο έχουν πεζοδρομήσει τις κεντρικές τους περιοχές για να μειώσουν την κυκλοφοριακή συμφόρηση και να προωθήσουν το περπάτημα.
Λεξικό Δέντρο
pedestrianize
pedestrian



























