Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pedestrianize
01
πεζοδρομώ, μετατρέπω σε περιοχή μόνο για πεζούς
to convert an area into one where only pedestrians are allowed, typically by closing it to vehicles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pedestrianize
γ΄ ενικό πρόσωπο
pedestrianizes
ενεστώτα μετοχή
pedestrianizing
απλός αόριστος
pedestrianized
παθητική μετοχή
pedestrianized
Παραδείγματα
If they had pedestrianized the neighborhood years ago, perhaps it would n't be so difficult to find parking there now.
Αν είχαν πεζοδρομήσει τη γειτονιά πριν από χρόνια, ίσως τώρα δεν θα ήταν τόσο δύσκολο να βρεις πάρκινγκ εκεί.
Λεξικό Δέντρο
pedestrianize
pedestrian



























