loop around
loop
ˈlu:p
loop
a
ə
ē
round
ˌraʊnd
rawnd

Ορισμός και σημασία του "loop around"στα αγγλικά

01

βρόχος γύρω, κύκλωμα γύρω

a circuitous path or route that returns to the starting point 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
loops around
Παραδείγματα
The hiking trail formed a loop around the lake, offering picturesque views from all angles. 

Το μονοπάτι πεζοπορίας σχημάτιζε έναν βρόχο γύρω από τη λίμνη, προσφέροντας πανόραμες θέας από όλες τις γωνίες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store