gated
ga
ˈgeɪ
gei
ted
tɪd
tid
goatedgrated

Ορισμός και σημασία του "gated"στα αγγλικά

01

περιορισμένος, περιορισμένη

having restrictions or limitations placed on access or participation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gated
συγκριτικός βαθμός
more gated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
access, security, events
Παραδείγματα
The event was gated, allowing only ticket holders to enter the venue. 

Η εκδήλωση ήταν περιορισμένη, επιτρέποντας μόνο στους κατόχους εισιτηρίων να εισέλθουν στον χώρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store