Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gated
01
περιορισμένος, περιορισμένη
having restrictions or limitations placed on access or participation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gated
συγκριτικός βαθμός
more gated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The event was gated, allowing only ticket holders to enter the venue.
Η εκδήλωση ήταν περιορισμένη, επιτρέποντας μόνο στους κατόχους εισιτηρίων να εισέλθουν στον χώρο.



























