Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gated
01
περιορισμένος, περιορισμένη
having restrictions or limitations placed on access or participation
Παραδείγματα
The gated entrance to the museum required visitors to scan their tickets for entry.
Η περιφραγμένη είσοδος του μουσείου απαιτούσε από τους επισκέπτες να σκανάρουν τα εισιτήριά τους για είσοδο.



























