gated
ga
ˈgeɪ
γκει
ted
tɪd
τιντ
/ɡˈe‌ɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "gated"στα αγγλικά

01

περιορισμένος, περιορισμένη

having restrictions or limitations placed on access or participation
Παραδείγματα
The gated entrance to the museum required visitors to scan their tickets for entry.
Η περιφραγμένη είσοδος του μουσείου απαιτούσε από τους επισκέπτες να σκανάρουν τα εισιτήριά τους για είσοδο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store